ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Στα περιβαλλοντικά προβλήματα συγκαταλέγονται η περιβαλλοντική ρύπανση, η κλιματική αλλαγή, η τρύπα του όζοντος, η αποδάσωση , η ερημοποίηση, η εξαφάνιση βιολογικών ειδών, η όξινη βροχή κλπ.
Ορισμένοι ρύποι όπως το διοξείδιο του άνθρακα, ενεργούν όπως τα πλαστικά καλύμματα ενός θερμοκηπίου επιτρέποντας την είσοδο των ηλιακών ακτίνων, αλλά εμποδίζοντας την έξοδο της θερμότητας. Αυτό το θερμικό φράγμα έχει ήδη αλλάξει το κλίμα της Γης.
Ατμοσφαιρική ρύπανση
Δισεκατομμύρια τόνοι ρύπων εκπέμπονται κάθε χρόνο στην ατμόσφαιρα. Όλοι αυτοί οι ρύποι δεν χάνονται στον ουρανό, αλλά αφού προκαλέσουν ασφυξία στις πόλεις και επιδεινώσουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ξαναπέφτουν στη Γη με τη μορφή της όξινης βροχής.
Ρύπανση των υδάτων
Η ρύπανση των υδάτων μπορεί να οριστεί με πολλούς τρόπους (Woodford, 2016). Σύμφωνα με τον ΟΗΕ η ρύπανση των υδάτων είναι «η άμεση ή έμμεση διοχέτευση από τον άνθρωπο στο υδάτινο περιβάλλον ύλης ή ενέργειας με επιβλαβή αποτελέσματα για τους οργανισμούς». Ρύπανση αποτελεί κάθε άμεση ή έμμεση εισαγωγή ουσιών ή ενέργειας στο υδάτινο περιβάλλον που έχει βλαβερή επίδραση στους οργανισμούς, είναι επικίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία και τέλος αλλοιώνει την ποιότητα του νερού και υποβαθμίζει τις δυνατότητες χρήσης του. Η ρύπανση των υδάτων δημιουργείται με την απελευθέρωση στο υδάτινο περιβάλλον ουσιών οι οποίες είτε διαλύονται είτε κατακάθονται στον πυθμένα και οι οποίες επιφέρουν αλλαγή στα φυσικά, χημικά και βιολογικά χαρακτηριστικά των επιφανειακών νερών.
Aπόβλητα
Λέγεται πως ο όγκος των παραγόμενων στις ανθρώπινες κοινωνίες αποβλήτων θα μπορούσε να γεμίσει σήμερα 28 εκατομμύρια βαγόνια με τον αριθμό αυτόν ολοένα να αυξάνεται. Τριακόσιες περιοχές στην Ευρώπη και την Αμερική, όπου απορρίπτονται τοξικά και πυρηνικά απόβλητα εμφανίζουν δείκτες υψηλής επικινδυνότητας. Στις περισσότερες χωματερές δεν τηρούνται ούτε οι στοιχειώδεις προδιαγραφές υγειονομικής ταφής. Τα απόβλητα επομένως συνιστούν έναν πολύ σημαντικό παράγοντα της περιβαλλοντικής ρύπανσης.
Καταστροφή των δασών
Κάθε δευτερόλεπτο καταστρέφεται και ένα κομμάτι του «πνεύμονα» της Γης, του παρθένου αμαζονιακού δάσους το οποίο παρέχει στην ατμόσφαιρα μεγάλες ποσότητες οξυγόνου ετησίως. Το πρόβλημα επιδεινώνεται από τις συνεχείς πυρκαγιές σε Ευρώπη και Αμερική.
Μείωση της βιοποικιλότητας
Ως βιοποικιλότητα ορίζεται η ποικιλία των βιολογικών ειδών στα γήινα οικοσυστήματα. Εξαιτίας των ανθρώπινων αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, της αποδάσωσης, της ερημοποίησης κλπ, ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των ειδών απειλείται με εξαφάνιση. Μερικές εξαφανίσεις (σε αρκετά μικρότερους ρυθμούς) αποτελούν, φυσικό φαινόμενο σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης. Το τελευταίο αντισταθμίζεται με την ειδογένεση. Γενικά, το ανθρωπογενές περιβάλλον έχει πολύ μικρότερη βιοποικιλότητα από το φυσικό. Για παράδειγμα, σε ένα χωράφι συνήθως καλλιεργείται ένα μόνο είδος φυτού, ενώ η ανάπτυξη άλλων ειδών θεωρείται ανεπιθύμητη.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Από τη στιγμή που έγιναν αντιληπτά τα οικολογικά προβλήματα, ξεκίνησαν και οι προσπάθειες για την επίλυσή τους. Σε αυτό συνέβαλε και το οικολογικό κίνημα ήδη από τη δεκαετία του 1960 (π.χ. με την ίδρυση οργανώσεων όπως η WWF και η Greenpeace). Ωστόσο υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τον ορθότερο δρόμο προς την περιβαλλοντική προστασία, οι οποίες πηγάζουν από διαφορετικές απόψεις και επιχειρηματολογίες για τα αίτια τους. Έτσι από τη μία κάποιοι υποστηρίζουν αποκλειστικά τεχνολογικές / πρακτικές λύσεις (π.χ. με βάση την τεχνολογία που αναπτύσσουν οι μηχανικοί περιβάλλοντος, τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική και δράσεις όπως η αναδάσωση), ενώ από την άλλη κάποιοι μιλούν για κατά βάση κοινωνικά και πολιτικά αίτια, τα οποία απαιτούν ανάλογες λύσεις (π.χ. κοινωνική οικολογία, οικοαναρχισμός, σε κάποιον βαθμό η απο-ανάπτυξη κλπ). Ενδιάμεσα κινούνται οι «μεταρρυθμιστικές» λύσεις, οι οποίες επιχειρούν έναν συμβιβασμό στηριγμένο στην έννοια της βιωσιμότητας και υποβοηθούμενο από νομικά μέτρα (π.χ. πράσινη ανάπτυξη / πράσινη οικονομία με ήπιες μορφές ενέργειας κλπ).
Με την περιβαλλοντική προστασία μπορεί να ασχολούνται κρατικές υπηρεσίες, μεμονωμένα άτομα, οργανισμοί, Πανεπιστημιακά Τμήματα (Περιβαλλοντικές Επιστήμες), πολιτικά κόμματα ή οικολογικές ομάδες. Κατά τη δεκαετία του 1990 η ενασχόληση του ΟΗΕ με την αντιμετώπιση της πλανητικής κλιματικής αλλαγής οδήγησε στο Πρωτόκολλο του Κιότο, μία διεθνή συνθήκη η οποία στοχεύει στη μείωση των ρυθμών εκπομπής αερίων θερμοκηπίου προκειμένου να προληφθεί η όξυνση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, χωρίς να μειωθούν ωστόσο οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης. Έτσι, κατά το πρωτόκολλο, τα κράτη που επιθυμούν να συνεχίσουν παραγωγικές δραστηριότητες οι οποίες οδηγούν σε περιβαλλοντική υποβάθμιση είναι υποχρεωμένα να αγοράσουν αντίστοιχα δικαιώματα εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, στο πλαίσιο ενός «εμπορίου ρύπων». Το πρωτόκολλο έχει τεθεί μερικώς σε ισχύ από το 2005, χωρίς ως τώρα σημαντικά αποτελέσματα, ενώ έχει δεχθεί κριτική για αναποτελεσματικότητα. Άλλες διακρατικές συνθήκες περιβαλλοντικού δικαίου είναι η σύμβαση Ραμσάρ, η Οδηγία για τα πουλιά (79/409/ΕΟΚ) και η Οδηγία των Οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ).
Από τη στιγμή που έγιναν αντιληπτά τα οικολογικά προβλήματα, ξεκίνησαν και οι προσπάθειες για την επίλυσή τους. Σε αυτό συνέβαλε και το οικολογικό κίνημα ήδη από τη δεκαετία του 1960 (π.χ. με την ίδρυση οργανώσεων όπως η WWF και η Greenpeace). Ωστόσο υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τον ορθότερο δρόμο προς την περιβαλλοντική προστασία, οι οποίες πηγάζουν από διαφορετικές απόψεις και επιχειρηματολογίες για τα αίτια τους. Έτσι από τη μία κάποιοι υποστηρίζουν αποκλειστικά τεχνολογικές / πρακτικές λύσεις (π.χ. με βάση την τεχνολογία που αναπτύσσουν οι μηχανικοί περιβάλλοντος, τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική και δράσεις όπως η αναδάσωση), ενώ από την άλλη κάποιοι μιλούν για κατά βάση κοινωνικά και πολιτικά αίτια, τα οποία απαιτούν ανάλογες λύσεις (π.χ. κοινωνική οικολογία, οικοαναρχισμός, σε κάποιον βαθμό η απο-ανάπτυξη κλπ). Ενδιάμεσα κινούνται οι «μεταρρυθμιστικές» λύσεις, οι οποίες επιχειρούν έναν συμβιβασμό στηριγμένο στην έννοια της βιωσιμότητας και υποβοηθούμενο από νομικά μέτρα (π.χ. πράσινη ανάπτυξη / πράσινη οικονομία με ήπιες μορφές ενέργειας κλπ).
Με την περιβαλλοντική προστασία μπορεί να ασχολούνται κρατικές υπηρεσίες, μεμονωμένα άτομα, οργανισμοί, Πανεπιστημιακά Τμήματα (Περιβαλλοντικές Επιστήμες), πολιτικά κόμματα ή οικολογικές ομάδες. Κατά τη δεκαετία του 1990 η ενασχόληση του ΟΗΕ με την αντιμετώπιση της πλανητικής κλιματικής αλλαγής οδήγησε στο Πρωτόκολλο του Κιότο, μία διεθνή συνθήκη η οποία στοχεύει στη μείωση των ρυθμών εκπομπής αερίων θερμοκηπίου προκειμένου να προληφθεί η όξυνση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, χωρίς να μειωθούν ωστόσο οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης. Έτσι, κατά το πρωτόκολλο, τα κράτη που επιθυμούν να συνεχίσουν παραγωγικές δραστηριότητες οι οποίες οδηγούν σε περιβαλλοντική υποβάθμιση είναι υποχρεωμένα να αγοράσουν αντίστοιχα δικαιώματα εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, στο πλαίσιο ενός «εμπορίου ρύπων». Το πρωτόκολλο έχει τεθεί μερικώς σε ισχύ από το 2005, χωρίς ως τώρα σημαντικά αποτελέσματα, ενώ έχει δεχθεί κριτική για αναποτελεσματικότητα. Άλλες διακρατικές συνθήκες περιβαλλοντικού δικαίου είναι η σύμβαση Ραμσάρ, η Οδηγία για τα πουλιά (79/409/ΕΟΚ) και η Οδηγία των Οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ).
Το ζωικό και το φυτικό βασίλειο φτωχαίνουν με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς, χιλιάδες είδη απειλούνται με αφανισμό.
Οι αλλαγές που συντελούνται εξαιτίας της αύξησης της θερμοκρασίας ασφαλώς επηρεάζουν τα ζώα και τα φυτά που «κατοικούν» σε αυτόν τον πλανήτη. Φυτικός και ζωικός πληθυσμός μεταναστεύουν ώστε να βρουν συνθήκες περισσότερο βολικές ή εξαπλώνονται σε περιοχές που άλλοτε δεν θα επισκέπτονταν ποτέ όπως τα τροπικά ψάρια που εμφανίστηκαν σε «κρύες» θάλασσες. Οσο μεγαλύτερη ποικιλία μικροβίων, φυτών ή ζώων κατοικούν σε αυτόν τον πλανήτη τόσο καλύτερα δουλεύει το οικοσύστημα για όλους και φυσικά για τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν έχει σημασία πόσα είδη ζώων και φυτών εξαφανίζονται, αλλά πόσο γρήγορα συμβαίνουν αυτές οι αλλαγές και φαίνεται ότι ο πλανήτης φτωχαίνει με γρήγορους ρυθμούς. Στην Αυστρία περίπου 3.000 είδη του ζωικού βασιλείου έχουν καταγραφεί ως απειλούμενα. Στη Φινλανδία ένα στα οκτώ φυτικά ή ζωικά είδη απειλούνται με εξαφάνιση.
Στη Ζάμπια ο πληθυσμός των ελεφάντων το 1980 ήταν 100.000 και μέσα σε δέκα χρόνια μειώθηκε στις 22.000 και ο πληθυσμός των ρινόκερων έφτανε τις 15.000 και σήμερα είναι λιγότεροι από 100. Το 12% των ειδών των πουλιών και το 24% των θηλαστικών είναι σήμερα υπό εξαφάνιση σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων. Ηδη σε πολλές περιοχές τα λουλούδια ανθίζουν νωρίτερα και τα πουλιά γεννούν πριν από την κανονική περίοδο ωοτοκίας προσαρμοζόμενα στις νέες συνθήκες. Ομως, τα είδη που χρειάζεται να μεταναστεύσουν για να σωθούν από την αύξηση της θερμοκρασίας έχουν να αντιμετωπίσουν πολλά εμπόδια, τα περισσότερα από τα οποία έχει δημιουργήσει η εξάπλωση των ανθρώπων, που έχει καταστρέψει μεγάλα κομμάτια φυσικού περιβάλλοντος, φτιάχνοντας πόλεις και δρόμους.
Τα είδη όμως που κινδυνεύουν πραγματικά είναι εκείνα που κατοικούν στις πιο κρύες περιοχές του πλανήτη εφόσον περιοχές του Καναδά, της Ρωσίας και της Σκανδιναβίας θα πληγούν πρώτες από την υπερθέρμανση της Γης. Σύμφωνα με τους επιστήμονες έως το τέλος του αιώνα θα καταστραφεί το οικοσύστημά τους με το λιώσιμο των πάγων, ενώ τα είδη που κατοικούν σε αυτές δεν θα προλάβουν να μετακινηθούν και να προσαρμοστούν.
Αλλά οι πολικές αρκούδες και τα άλλα είδη που κατοικούν στην Αρκτική αντιμετωπίζουν ήδη τα περισσότερα προβλήματα από την αύξηση της θερμοκρασίας, τα οποία μάλιστα δεν μπορούν να ξεπεράσουν μεταναστεύοντας. Γιατί σε ποιο μέρος του κόσμου κάνει περισσότερο κρύο από την Αρκτική;
Οι αλλαγές που συντελούνται εξαιτίας της αύξησης της θερμοκρασίας ασφαλώς επηρεάζουν τα ζώα και τα φυτά που «κατοικούν» σε αυτόν τον πλανήτη. Φυτικός και ζωικός πληθυσμός μεταναστεύουν ώστε να βρουν συνθήκες περισσότερο βολικές ή εξαπλώνονται σε περιοχές που άλλοτε δεν θα επισκέπτονταν ποτέ όπως τα τροπικά ψάρια που εμφανίστηκαν σε «κρύες» θάλασσες. Οσο μεγαλύτερη ποικιλία μικροβίων, φυτών ή ζώων κατοικούν σε αυτόν τον πλανήτη τόσο καλύτερα δουλεύει το οικοσύστημα για όλους και φυσικά για τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν έχει σημασία πόσα είδη ζώων και φυτών εξαφανίζονται, αλλά πόσο γρήγορα συμβαίνουν αυτές οι αλλαγές και φαίνεται ότι ο πλανήτης φτωχαίνει με γρήγορους ρυθμούς. Στην Αυστρία περίπου 3.000 είδη του ζωικού βασιλείου έχουν καταγραφεί ως απειλούμενα. Στη Φινλανδία ένα στα οκτώ φυτικά ή ζωικά είδη απειλούνται με εξαφάνιση.
Στη Ζάμπια ο πληθυσμός των ελεφάντων το 1980 ήταν 100.000 και μέσα σε δέκα χρόνια μειώθηκε στις 22.000 και ο πληθυσμός των ρινόκερων έφτανε τις 15.000 και σήμερα είναι λιγότεροι από 100. Το 12% των ειδών των πουλιών και το 24% των θηλαστικών είναι σήμερα υπό εξαφάνιση σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων. Ηδη σε πολλές περιοχές τα λουλούδια ανθίζουν νωρίτερα και τα πουλιά γεννούν πριν από την κανονική περίοδο ωοτοκίας προσαρμοζόμενα στις νέες συνθήκες. Ομως, τα είδη που χρειάζεται να μεταναστεύσουν για να σωθούν από την αύξηση της θερμοκρασίας έχουν να αντιμετωπίσουν πολλά εμπόδια, τα περισσότερα από τα οποία έχει δημιουργήσει η εξάπλωση των ανθρώπων, που έχει καταστρέψει μεγάλα κομμάτια φυσικού περιβάλλοντος, φτιάχνοντας πόλεις και δρόμους.
Τα είδη όμως που κινδυνεύουν πραγματικά είναι εκείνα που κατοικούν στις πιο κρύες περιοχές του πλανήτη εφόσον περιοχές του Καναδά, της Ρωσίας και της Σκανδιναβίας θα πληγούν πρώτες από την υπερθέρμανση της Γης. Σύμφωνα με τους επιστήμονες έως το τέλος του αιώνα θα καταστραφεί το οικοσύστημά τους με το λιώσιμο των πάγων, ενώ τα είδη που κατοικούν σε αυτές δεν θα προλάβουν να μετακινηθούν και να προσαρμοστούν.
Αλλά οι πολικές αρκούδες και τα άλλα είδη που κατοικούν στην Αρκτική αντιμετωπίζουν ήδη τα περισσότερα προβλήματα από την αύξηση της θερμοκρασίας, τα οποία μάλιστα δεν μπορούν να ξεπεράσουν μεταναστεύοντας. Γιατί σε ποιο μέρος του κόσμου κάνει περισσότερο κρύο από την Αρκτική;
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου